δέκαθλο

δέκαθλο
Σύνθετο αθλητικό αγώνισμα που αποβλέπει στη γενική άσκηση των αθλητικών ικανοτήτων του ατόμου, ανεξάρτητα από κάθε ειδίκευση. Τα δέκα αγωνίσματα του δ. είναι: δρόμος 100 μ., άλμα εις μήκος, σφαιροβολία, άλμα εις ύψος, δρόμος 400 μ., δρόμος 110 μ. μετ’ εμποδίων, δισκοβολία, άλμα επί κοντώ, ακοντισμός και δρόμος 1.500 μ. Τα αγωνίσματα του δ. διεξάγονται σε δύο ημέρες με την εξής σειρά: Πρώτη ημέρα: δρόμος 100 μ., άλμα εις μήκος, σφαιροβολία, άλμα εις ύψος, δρόμος 400 μ. Δεύτερη ημέρα: δρόμος 110 μ. μετ’ εμποδίων, δισκοβολία, άλμα επί κοντώ, ακοντισμός, δρόμος 1.500 μ. Η τελική κατάταξη εξάγεται με βάση ειδικούς διεθνείς πίνακες βαθμολογίας (στην αρχή ονομάζονταν φιλανδικοί πίνακες), σύμφωνα με τους οποίους σε κάθε αποτέλεσμα (χρόνος ή απόσταση) αντιστοιχεί ένας αριθμός βαθμών. Ο αθλητής που κατορθώνει να συγκεντρώσει τον μεγαλύτερο αριθμό βαθμών ανακηρύσσεται νικητής. Το δ., που διεξάγεται μόνο από άντρες αθλητές (το αντίστοιχο αγώνισμα στις γυναίκες είναι το έπταθλο), έγινε Ολυμπιακό άθλημα το 1912. Τα δέκα αγωνίσματα του δέκαθλου: δρόμος 100 μ. (1), άλμα εις μήκος (2), σφαιροβολία (3), άλμα εις ύψος (4), δρόμος 400 μ. (5), 110 μ. μετ’ εμποδίων (6), δισκοβολία (7), άλμα επί κοντώ (8), ακοντισμός (9), δρόμος 1.500 μ. (10). Τα αγωνίσματα διεξάγονται σε δύο ημέρες.
* * *
το
αθλητικό αγώνισμα, σύνθετο από δρόμους, άλματα και ρίψεις.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δέκα + άθλο «βραβείο, αγώνας». Εν αντιθέσει με το πένταθλο, που υπήρχε ήδη στην αρχαιότητα, το δέκαθλο είναι νεώτερο αγώνισμα].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • αθλητισμός — Η επίδοση στα αθλήματα, η εκγύμναση του σώματος. Με μια ειδικότερη έννοια, ο όρος αναφέρεται σε ένα σύνολο αθλημάτων, που ξεκινούν από τις φυσικές σωματικές ασκήσεις του ανθρώπου (βάδισμα, τρέξιμο, άλματα, ρίψεις). Αρχικά, ήταν η συστηματική… …   Dictionary of Greek

  • -θλον — επίθημα τής Αρχαίας Ελληνικής που μαρτυρείται σε μικρό αριθμό λέξεων, από τις οποίες ορισμένες απαντούν μέχρι σήμερα. Το θ τού επιθήματος είναι το ίδιο με αυτό που απαντά στα θμο και θρο , αλλά δεν είναι γνωστό αν πρόκειται για προσδιοριστικό τής …   Dictionary of Greek

  • δέκα — Άκλιτο, απόλυτο αριθμητικό (10). δέκα . Πρώτο συνθετικό λέξεων, που χρησιμοποιείται για τον σχηματισμό πολλαπλών μονάδων, των οποίων η πολλαπλότητα είναι ίση με 10. Συμβολίζεται διεθνώς με da (π.χ. 1 dam = 10 μ.). Στην οργανική χημεία, ως πρώτο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”